Σε ολόκληρη τη ζωή μου έχω μετακομίσει γύρω στις δώδεκα φορές, ενώ θυμάμαι όλα τα σπίτια όπου έμεινα, εκτός από εκείνο όπου έζησα από νεογέννητο έως 3 ετών. Είναι τόσο τυπωμένα στο μυαλό μου –οι γωνιές τους, τα έπιπλά τους, οι στόφες των κλασικών επίπλων της πρώτης μου ζωής με την έντονη μυρωδιά τους, οι βαριές κουρτίνες σε κάθε δωμάτιο– που ακόμη νιώθω τη μυρωδιά κάθε σπιτιού στο οποίο μετακόμιζα με την οικογένειά μου. Πάντα, από λιλιπούτειο πλάσμα με έντονες καλλιτεχνικές τάσεις, έδινα απίστευτη σημασία στη διακόσμηση κάθε χώρου, ενώ θυμάμαι με λεπτομέρειες συγγενικά ή φιλικά σπίτια των παιδικών μου χρόνων.

Κάποτε έλαβε τέλος η οικογενειακή οικιστική περιοδεία μας και εγκατασταθήκαμε, εκεί γύρω στην εφηβεία μου, σε ένα κλασικό ρετιρέ κοντά στο Πεδίον του Άρεως, σχεδόν επί της λεωφόρου Αλεξάνδρας και σε απόσταση αναπνοής από την εργασία του πατέρα μου – γεωπόνος, διευθυντής του Πεδίου του Άρεως γαρ. Ήταν σε μια παλιά, ’60s πολυκατοικία με ηλικιωμένους γείτονες, πολλούς συνταξιούχους διευθυντές υπουργείων, απόστρατους και, αν θυμάμαι καλά, έναν μποέμ συγγραφέα με μονίμως ανακατωμένη κόμη στο ισόγειο. Σύντομη περιγραφή: Οι παλιές γλάστρες με τους καχεκτικούς φίκους εσωτερικού χώρου στην είσοδο της πολυκατοικίας. Οι χαρακτηριστικές χρυσές απλίκες στους τοίχους. Ένα χαλί εισόδου που κατέβαινε από το ασανσέρ έως την εξώπορτα σε κεραμιδί χρώμα, το οποίο έπρεπε να καθαρίζεται σχολαστικά, αλλά φευ… Μια μόνιμη μυρωδιά πετρελαίου στην είσοδο το χειμώνα, που λειτουργούσαν τα καλοριφέρ. Ένα δρύινο θυρωρείο και μια μονίμως εξαφανισμένη θυρωρός στα υπόγεια της πενταώροφης πολυκατοικίας. Ένα ασανσέρ για τρεις, στο οποίο αν είχες την αβλεψία να μπεις με κάποιον πιο παχύ από 60 κιλά, μοιραία ανεβαίνατε τους ορόφους αγκαλιασμένοι, τουλάχιστον σαν φρεσκοερωτευμένοι. Κι εμείς στον πέμπτο, με μια βεράντα πνιγμένη στα λουλούδια της μητέρας μου και στις πορτοκαλί γλάστρες της και με σκιά για τον ήλιο από εμπριμέ τέντες-σήμα κατατεθέν Πειραϊκής Πατραϊκής και ασορτί λευκό φερ φορζέ σαλονάκι κήπου. Όλα αυτά μαζί με την εφηβεία μου, κι ένιωθα πως ζούσα στο ρετιρέ του Κωνσταντάρα στο «Κάτι κουρασμένα παλικάρια».

Εκεί είδα τους γονείς μου πανευτυχείς μόλις το αγόρασαν κι εγώ αναρωτιόμουν γιατί δεν προτίμησαν μια μικρούλα μονοκατοικία εκτός κέντρου, φασαρίας και ζέστης αφού, καθώς το σχολείο μου, το Αρσάκειο, ήταν στη χαρά του Θεού, στην Εκάλη, έβλεπα πώς ζούσε ένας φυσιολογικός άνθρωπος, με δέντρα γύρω του και χωρίς τα μηχανάκια, τα φορτηγά και τα λεωφορεία να τον κάνουν νευρασθενή. «Δεν ζω μακριά από το θόρυβο της πόλης», υπερθεμάτιζε η μαμά μου και σιγόνταρε μονίμως ο πατέρας μου. Πρέπει να τη μίσησα πολύ εκείνη την πολυκατοικία, καταλήγω μετά από πολλά χρόνια, αφού ο θόρυβος των αυτοκινήτων ήταν εκκωφαντικός, το καυσαέριο αυξανόταν κάθε χρόνο, η ζέστη τα καλοκαίρια ήταν ανηλεής, ενώ το χειμώνα κανείς δεν μπορούσε να συνεννοηθεί με κανέναν για το πόσο ζεστό ήθελε το σπίτι του, με αποτέλεσμα τα πανάρχαια καλοριφέρ να καίνε με δόσεις Δημοσίου. Δηλαδή, να κοιμάσαι με κρύο και το πρωί, όταν ετοιμάζεσαι για το σχολείο, να αισθάνεσαι λίγο από το χειμώνα του 1940-41 της Αθήνας να σου περονιάζει τα κόκαλα. Τα αερόθερμα και οι σόμπες-κουκουνάρι της εποχής των δεινοσαύρων στην οποία μεγάλωσα έγιναν οι καλύτεροί μου φίλοι.
«Ένα κουκλίστικο ρετιρέ», έλεγε ενθουσιασμένη η μητέρα μου στις φίλες της στο τηλέφωνο μόλις μετακομίσαμε, κι εγώ, που από τότε είχα εμποτιστεί με την αρρώστια των ξένων περιοδικών, έβλεπα τα πραγματικά κουκλίστικα σπίτια στις φωτογραφίες και οραματιζόμουν την ημέρα που θα έμπαινα με μπουλντόζα και θα το γκρέμιζα συθέμελα. Άργησα να καταλάβω ότι όντως ήταν το βασίλειο της μητέρας μου, το επίτευγμά της, η φωλιά που έχτισε για εκείνη, τον πατέρα μου και εμάς θεωρώντας το κατάδικό της – ναι, το δικό της λιλιπούτειο παλάτι.
Εγώ ήθελα να έχω άποψη για όλα –κάτι κλασικό για μένα και τους γύρω μου– και, παράλληλα, να φέρω το σπίτι πάνω κάτω και να το αλλάξω εκ θεμελίων γιατί με ενοχλούσαν… απλώς τα πάντα. Με τα πρώτα χρήματα της ζωής μου, γύρω στα 20, άλλαξα το μπάνιο και κατόπιν άρδην το υποτιθέμενο δικό μου δωμάτιο – που μόνο δικό μου δεν ήταν φυσικά, αφού το μοιραζόμουν με την αδελφή μου, ενώ ήταν και το γραφείο μελέτης μας.
Την εβδομάδα που πέθανε ο πατέρας μου, στα 24 μου σχεδόν, θέλοντας να την έχω υπό την προστασία μου, φιλοξενούσα τη μητέρα μου για μέρες στο κρεβάτι μου και με τις αιματηρές οικονομίες μου, οι οποίες εξανεμίστηκαν, έφτιαξα από την αρχή το νέο της υπνοδωμάτιο, με επίπλωση, υφάσματα και κουρτίνες Laura Ashley, ώστε να ανανεωθεί η ψυχολογία της. Και ανανεώθηκε. Το λάτρεψε εκείνο το τόσο καθυστερημένα στη ζωή της ρομαντικό υπνοδωμάτιο.
Πάλι όμως λέω, ποτέ μου δεν αγάπησα εκείνο το σπίτι, το σπίτι μας, κι ας είχαμε οικογενειακή αγάπη μεταξύ μας, δέσιμο σπάνιο και αναλλοίωτο. Ποτέ δεν βρήκα τον εαυτό μου και ποτέ, ούτε μία μέρα, δεν αισθάνθηκα γαληνεμένα, γλυκά, ως ώφειλε σε μένα το σπίτι μου.
Σε εκείνο το σπίτι αποχαιρέτησα στα κρεβάτια τους και τους δύο γονείς μου, με διαφορά δώδεκα χρόνων ο ένας από τον άλλο. Τους είχαμε υποσχεθεί άτυπα πως, όταν ερχόταν το αναπόφευκτο, θα τους δίναμε την ευχαρίστηση να κλείσουν τα μάτια τους στο σπίτι τους, σε αυτό που αγάπησαν πιο πολύ, στη φωλιά τους. Είμαι υπερήφανη που τους το πρόσφερα και δεν έφυγαν από αυτήν τη ζωή φοβισμένοι στον παγωμένο θάλαμο μιας κλινικής. Έσβησαν ήσυχα στο κρεβάτι τους, με αξιοπρέπεια και παλιά πολυτέλεια, όπως τότε που οι άνθρωποι γεννιούνταν και πέθαιναν στα σπίτια τους, δίπλα στους δικούς τους.
Από εκείνο το σπίτι έφυγα και παντρεύτηκα αμέσως, καθώς στην ουσία δεν έζησα ποτέ μόνη μου αλλού, μένοντας σε ένα υπέροχο σπίτι μακριά από το κέντρο της πόλης, που όμως δεν είχα διακοσμήσει εγώ, αλλά ο σύζυγός μου ως εργένης με το προσωπικό του μοντέρνο γούστο. Ωστόσο οι λίγες παρεμβάσεις που έγιναν στο δωμάτιο του πρώτου παιδιού μας μου έδωσαν μια πρωτόγνωρη άγρια χαρά.
Η οικογένεια μεγάλωνε, γίναμε τέσσερις και μετακομίσαμε σε ακόμα μεγαλύτερο σπίτι – και ναι, σκεφτόμουν πως ίσως να ήταν το σπίτι της ζωής μου. Το έφτιαξα από την αρχή παλεύοντας χρόνια ολόκληρα, σιγά σιγά, με απίστευτο κόπο, χρόνο και χρήματα που δούλεψα πολύ σκληρά μέχρι το τελευταίο δεκαράκι βάζοντας και προσωπικές αποταμιεύσεις.
Σκεφτόμουν συχνά τη μητέρα μου: ήταν το δικό μου παλάτι; Ναι, ήταν! Και σίγουρα ήταν η δική μου φωλιά επιτέλους, αφού για πρώτη φορά αισθάνθηκα τι σημαίνει μέγιστη ασφάλεια και θαλπωρή. Ένιωθα πάντα, από παιδί, εκεί που κοιμόμουν και ξυπνούσα, σαν ψάρι έξω από το νερό. Η πληρότητα που μπορεί να σου προσφέρει ο οικείος σου χώρος είναι μαγική αίσθηση. Δεν έχει σημασία πόσο πολυτελής είναι, σε πόσα τετραγωνικά εκτείνεται, αν τα έπιπλα είναι καινούρια, vintage ή οικογενειακή κληρονομιά.
Υπάρχουν άνθρωποι ευπροσάρμοστοι σε κάθε χώρο και περιβάλλον. Εγώ έχω πειστεί πως δεν ανήκω σε αυτούς καθώς ανέκαθεν ήθελα ο χώρος όπου ζω να έχει το δικό μου στυλιστικό αποτύπωμα ή, καλύτερα, τη δική μου ολική μεταμόρφωση γιατί αυτό με εξιτάρει σε καθετί που κάνω, ακόμα και στη δουλειά μου, κι έτσι τον αγαπώ εξαρχής. Ήθελα πάντα τη δική μου ψυχή να πλανιέται στους χώρους μου και όχι σε αυτά που φαίνονται στον καλεσμένο, αλλά σε αυτά που με κάνουν καθημερινά να νιώθω αγαλλίαση.
Τα τελευταία χρόνια συνέβησαν καταιγιστικές αλλαγές. Πάντα είχα ένα συμβατικό γραφείο στη Vovopoli της Κηφισίας. Ωστόσο κι αυτό το μεταμόρφωσα και, από μια σταλίτσα αδιάφορος έως άσχημος χώρος, έγινε ένα μικρό pop office με πάμφθηνες λύσεις και ιδέες γεμάτες ενθουσιασμό για δημιουργία μιας ακόμα όμορφης καθημερινότητας. Πάντα ήθελα να μεταμορφώνω τα πάντα…
Το επόμενο γραφείο μου ήταν μια έκρηξη αισθητικής, όπως έκρηξη ήταν και το 100% των καιρών που ζήσαμε στα ’90s – τα πάντα πολύ γρήγορα, δυνατά, μεθυστικά. Υπέροχος χώρος και έπιπλα! Δούλευα κάθε μέρα στο «εξώφυλλο του “AD”». Ένας εξαιρετικός, αλλά ψυχρός χώρος. Μάλιστα συχνά πυκνά κάποιοι λέγαμε πως στα παλιά γραφεία μας –έστω ο ένας πάνω στον άλλο και χωρίς πολυτέλεια– περνούσαμε καλύτερα.
Το επόμενο γραφείο μου ήταν απλώς η πιο αλλοπρόσαλλη αλλαγή μου. Κατάπτυστο κτίριο, τελείως ακατάλληλο ως χώρος γραφείων, αλλά η δουλειά και η ζωή έπρεπε να προχωρήσουν, όπως άλλωστε προχώρησε διαφορετικά η ζωή πολλών. Μέσα σε μία εβδομάδα το μεταμόρφωσα με τις πιο φτηνές λύσεις σε ένα χώρο γλυκού καταφυγίου που σχεδόν αγάπησα και θυμάμαι τρυφερά.
Το τωρινό μου γραφείο το έλαβα ως κληρονομιά από άλλον και λύση ανάγκης. Πάλι όμως το μεταμόρφωσα και το αλλάζω συνεχώς μέχρι να το νιώσω μέρος της ζωής μου. Χωρίς παλιές πολυτέλειες και ανέσεις, εκεί μέσα είμαι εγώ κάθε μέρα και πιο πολύ και κυρίως πιο καλά εδώ και καιρό.
Τα τελευταία χρόνια πήρα πολλά μαθήματα και αναθεώρησα ριζικά τις απόψεις μου περί μόνιμης κατοικίας. Άλλωστε, με τόσες μετακομίσεις από παιδί, δεν με απασχόλησε ιδιαίτερα η κατοχή ενός ακινήτου ως αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής μου – πεποίθηση πολύ κακή αντικειμενικά για κάποιους, αλλά πάντα έτσι ένιωθα. Πάντα  ήθελα να ζω σε ένα μεταμορφωμένο από μένα χώρο που να με κάνει κάθε μέρα ευτυχισμένη δίνοντας με την ομορφιά και την ισορροπία του σε μένα και στην οικογένεια που δημιούργησα την αίσθηση του δικού μου/μας παραδείσου. Πολύ συχνά λέω στα παιδιά μου πως αν πρέπει να αλλάξουμε περιβάλλον την επομένη το πρωί, είμαι πανέτοιμη να μεταμορφώσω το οποιοδήποτε οίκημα –μικρό, μεγαλύτερο, προβληματικό, ημιτελές ή όχι– στο δικό μας οικογενειακό παράδεισο και το εννοώ.
Τα σπίτια μας, οι χώροι όπου ζούμε, δεν έχουν δική τους ψυχή. Εμείς τα αποτελούμε, η αγάπη και το οικογενειακό μας άρρηκτο δέσιμο, το νοιάξιμό μας, οι χαρές και οι δυσκολίες μας, που πρέπει να βρουν καταφύγιο σε ένα αόρατο κέλυφος προστασίας. Τα σπίτια μας είναι απλώς οικοδομήματα που βάλλονται –καίγονται, κατεδαφίζονται, πωλούνται, χάνονται–, δεν έχουν ημερομηνία λήξης ίδια με τη δική μας. Γι’ αυτό, έχω καταλήξει να λέω πως σπίτι –home sweet home– είναι κατ’ αρχάς ως έννοια  οι πέντε μας, εμείς που αποτελούμε την οικογένειά μας. Μετά, είναι οι δικές μας ψυχές, τα δικά μας ταλέντα, που θα ενωθούν δημιουργικά για άλλη μία φορά για να συνθέσουν το σπίτι των ονείρων του καθενός, το δικό του παλάτι –κι αυτό με ημερομηνία λήξης–, μέχρι να βρεθεί κάτι άλλο στην πορεία της ζωής.

ΥΓ. Το τεύχος που κυκλοφορεί, το Hello! Living,  εκδίδεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα και είναι μια ανεξάρτητη έκδοση αφιερωμένη στη διακόσμηση, η οποία προσωπικά, παρά τους ταραγμένους καιρούς που ζούμε, μου θύμισε κάτι από τις παλιές ένδοξες ημέρες των καλύτερων ελληνικών περιοδικών, που δεν υπάρχουν πια και που όλοι διαβάζατε και αγαπούσατε.

Ελπίζω να το απολαύσετε!

Διαβάστε περισσότερα:

ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ ΓΙΑ

Ακολουθήστε το HELLO στο Google News και μάθετε πρώτοι όλα τα νέα!