Έλενα Ναθαναήλ, Greek Icon: Η σπάνια συνέντευξη και φωτογράφηση της #ElenasDiary

«Ίσως η εξυπνάδα μου να ήταν ότι δεν παντρεύτηκα. Και αυτό διότι όταν χώρισα δε χρειάστηκε να κατηγορήσω τον άνθρωπό μου για να πάρω ένα καλό διαζύγιο».

 

Στην Ακρόπολη μετά από γύρισμα στα 70s.

Στη μεγάλη οθόνη του ελληνικού κινηματογράφου καμιά δεν ήταν σαν την Έλενα Ναθαναήλ. Ασυνήθιστη, sophistiqué, κατάφερε να μην αναλωθεί στους κοινότoπους ρόλους αλλά να πλάσει τη δική της αινιγματική, σαγηνευτική φιγούρα, ενσαρκώνοντας έναν νέο, δυναμικό τύπο γυναίκας. Αυτόν που ήταν και στην πραγματική ζωή της. Απελευθερωμένη, μία από τις πρώτες ανύπαντρες μητέρες στην Ελλάδα, αντισυμβατική, ποτέ δεν κυνήγησε τη δημοσιότητα, ούτε επέτρεψε να γίνει θύμα της. Μετά το τέλος του εμπορικού κινηματογράφου, έζησε τη ζωή της όπως επιθυμούσε περνώντας τον περισσότερο χρόνο της στο κτήμα της, κοντά στα άλογά της. Η οθόνη, μεγάλη ή μικρή, την αναζητούσε πάντα, όπως και το κοινό, και εκείνη πού και πού ενέδιδε στις σειρήνες, χωρίς το αστέρι της ποτέ να φθαρεί μέχρι το τέλος που ήρθε ξαφνικά στις 4 Μαρτίου του 2008.

Το 2001 είχε δώσει μια από τις ελάχιστες συνεντεύξεις της στο περιοδικό “Life & Style” και τον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη, για το πρώτο τεύχος του περιοδικού.

«Είχα παιδικά χρόνια φυσιολογικά και ήρεμα. Ήμουν πολύ μοναχικό παιδί, μαθήτρια μάλλον καλή αλλά όχι φρόνιμη με όνειρα για οτιδήποτε άλλο από το να γίνω ηθοποιός. Ένας αγαπημένος οικογενειακός φίλος ο Δημήτρης Λυμπερόπουλος είχε ακούσει ότι στον Φίνο ψάχνουν μια πιτσιρίκα να λανσάρουν. Τους είπε ότι γνωρίζει την κόρη μιας φίλης αλλά δεν νομίζει να την αφήσουν. Ο Φίνος τότε είπε: Φέρτην να δει γύρισμα”».

Φωτογράφηση για το περιοδικό ”Stern” με τη μητέρα της. Έκανε την πρώτη της ταινία, το “Κάτι να καίει”, όταν ήταν μόλις 16 ετών.

«H οικογένεια μου παραήταν αυστηρή, έτσι κι αλλιώς. Δεν ήταν για τέτοια. Ο πατέρας μου ήταν πιο προχωρημένος αλλά η μητέρα μου καθόλου. Εν πάση περιπτώσει πάω στον Φίνο αδιάφορα, ούτε κατάλαβα τι είδα και την επόμενη μέρα με πήρε ο Φίνος τηλέφωνο: “Θέλω να παίξεις σε μια ταινία και να πάρεις 60 χιλιάδες δραχμές”. Εξήντα χιλιάδες το 1963; Τρελάθηκα! Νόμισα ότι κέρδισα το λαχείο! Λέω στη μάνα μου: “Μαμά μη φοβάσαι, εγώ δεν θα γίνω ηθοποιός, αλλά το καλοκαίρι που κάθομαι γιατί να μην δουλέψω να βγάλω χαρτζιλίκι;”. Έτσι έγινε το “Κάτι να Καίει”».

Επιστρέφοντας από το Φεστιβάλ του Βερολίνου, 1965.

«”Ντύθηκα” πολύ στο σινεμά και στο θέατρο. Στην προσωπική μου ζωή ήθελα να είμαι απλή. Νομίζω ότι όποιος με σκεφτεί θα με σκεφτεί με ένα μπλου τζιν. Με ενοχλούν οι ακρότητες στη μόδα ή τα κραυγαλέα αξεσουάρ. Θέλω να φοράω το ρούχο και να μη με φοράει. Πιστεύω ότι έχω τον τρόπο ακόμα και ένα φτηνό ρούχο να το φορέσω “κάπως” και να μην το καταλάβει κανείς. Ποτέ δεν έδωσα πολλά χρήματα για τα ρούχα. Τι θα πει “είναι της μόδας”; Το θέμα είναι αν μου πάει. Έχω άποψη σε αυτό. Είμαι χαμηλών τόνων στο ντύσιμο».

Σε φωτογράφιση με τον Billy Bo, του οποίου υπήρξε μούσα.

«Δεν προσπάθησα να δημιουργήσω στιλ ή μόδα, ασχέτως αν αυτό έγινε κάποια στιγμή. Δεν προσπάθησα τίποτα από όλα αυτά ίσως για να μην αλλοτριωθώ ως άνθρωπος».

Με τον Ρούντολφ Νουρέγεφ.

«Η ζωή τότε είχε άλλη γοητεία. Εγώ βέβαια δεν ήμουν ιδιαίτερα κοσμική. Επειδή όμως εκείνη την εποχή έβγαιναν όλοι, έβγαινα και εγώ. Δεν ξέρω ίσως τότε η διασκέδαση να ήταν πιο εντυπωσιακή αν και δεν ξέρω τι γίνεται τώρα, αφού δεν βγαίνω σχεδόν ποτέ».

Με την Τζένη Καρέζη και τον Charlton Heston.

«Ποτέ δεν ένιωσα σταρ, παρόλο που έζησα την εποχή του σταρ σίστεμ. Θυμάμαι ότι πήγαινα να ψωνίσω σε ένα μαγαζί στην Πανεπιστημίου, γέμιζε με κόσμο και με φυγάδευε η αστυνομία! Πρόλαβα τις μεγάλες πρεμιέρες στις ταινίες με τον πολύ κόσμο και την αστυνομία έξω από το σινεμά. Πολύ γοητευτικά πράγματα να τα θυμάσαι, αλλά δεν αναπολώ πράγματα. Σχέσεις αναπολώ. Μου λείπουν οι άνθρωποι, όχι οι καταστάσεις. Και μου λείπουν οι άνθρωποι που φεύγουν, όχι αυτοί που ζουν».

Στη Μύκονο με το Γιώργο Τσαγκάρη το 1971, στα γυρίσματα της ταινίας «Αναζήτησις».

«Δεν πιστεύω ότι ο άνθρωπος ερωτεύεται μια φορά όπως λένε. Εγώ έχω ερωτευθεί δυο τρεις φορές. Σίγουρα οι δύο ήταν ο Τσαγκάρης και ο Μητρόπουλος. Όμως από τα φλερτ που μπορώ να θυμηθώ πέρασαν σημαντικοί άνθρωποι από τη ζωή μου οι οποίοι έβαλαν το χέρι τους στο οικοδόμημα του χαρακτήρα μου- πάντα θετικά. Είμαι ευγνώμων με τη ζωή διότι πήγαν όλα πολύ καλά και έκανα ό,τι ήθελα. Έχω ένα υπέροχο παιδί, μια καταπληκτική σχέση, οι άνθρωποι από το προσωπικό μου παρελθόν με λατρεύουν και τους αγαπώ. Έχω φίλους γιατί κι εγώ είμαι άνθρωπος της φιλίας. Δεν ήθελα κόλακες, είμαι ευθύς άνθρωπος στις συμπεριφορές μου, αλλά παράλληλα και πολύ εκδηλωτικός».

Mε την κόρη της, Ίνκα Τσαγκάρη, καρπό της σχέσης της με τον Γιώργο Τσαγκάρη. Η Έλενα ήταν μια από τις πρώτες διάσημες Ελληνίδες που τόλμησαν να αποκτήσουν παιδί εκτός γάμου.

«Το παιδί ήταν συνειδητή επιλογή. Ήταν προϊόν μιας συγκλονιστικής σχέσης με τον πατέρα της, ο οποίος εξακολουθεί να είναι πολύ καλός μου φίλος. Ίσως η εξυπνάδα μου να ήταν ότι δεν παντρεύτηκα. Και αυτό διότι όταν χώρισα δε χρειάστηκε να κατηγορήσω τον άνθρωπό μου για να πάρω ένα καλό διαζύγιο. Απλώς δεν ταιριάξαμε και χωρίσαμε ωραία και πολιτισμένα χωρίς το παιδί να σοκαριστεί και να ενοχληθεί. Η Ίνκα είναι ένα ευτυχισμένο παιδί τόσο με τον πατέρα της όσο και με τον Τάσο Μητρόπουλο. Είναι μπαμπάδες της και οι δύο».

 

Πανέμορφη στην πλαζ.
Ξανθιά για τις ανάγκες φωτογράφισης.

 

Με την Ίνκα στο φακό του Ντίνου Διαμαντόπουλου το 1997.
Με την Ίνκα και τον Τάσο Μητρόπουλο. Αξίζει να σημειωθεί ότι έπειτα από τον θάνατο της ηθοποιού η κόρη της και ο σύντροφός της που έφτιαξε κατόπιν τη ζωή του ξανά με την Νένα Χρονοπούλου είχαν μια δικαστική διαμάχη που διήρκησε σχεδόν δέκα χρόνια και λύθηκε εκτός δικαστηρίων με τις δύο πλευρές να συμφιλιώνονται.
Σε μία από τις σπάνιες φωτογραφίσεις της των τελευταίων ετών, για το πρώτο τεύχος του ”Life&Style” στο φακό του Ντίνου Διαμαντόπουλου το 2000.

«Με ενδιαφέρει να περνάω καλά, να ρουφάω τη ζωή και την απλότητά της, γιατί η ζωή είναι όμορφη μέσα από τα απλά πράγματα της» είχε πει στον Ιάσωνα Τριανταφυλλίδη κλείνοντας τη συνέντευξη της στο περιοδικό. «Θέλω να έχω καλά γεράματα και έναν αξιοπρεπή θάνατο. Και αυτό διότι σ’ αυτή τη χώρα ούτε να πεθάνεις δε σε αφήνουν»…

Μιχάλης Αργυρόπουλος